MONOPOLI: Στην πρόβα: Ο «Καλιγούλας» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Ένας Ιησούς από την ανάποδη Στέλλα Χαραμή

Στην πρόβα: Ο «Καλιγούλας» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Ένας Ιησούς από την ανάποδη
Μια περίεργη ελαφράδα οδηγεί τα βήματα μας, καθώς κατηφορίζουμε προς τη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου: Η γάργαρη φωνή της Ντόρις Ντέι να τραγουδά το «Que Sera, Sera/whatever will be, will be». Κι όμως, τα φώτα Νέον φέγγουν μελαγχολικά το δείπνο που παραθέτει ο Αυτοκράτορας Καλιγούλας· ένα δείπνο παρωδία βουτηγμένο στο θάνατο. Περίπου όσα διαστροφικά του αποδίδει η ιστορική καταγραφή συμπυκνώνονται στα πρώτα λόγια που προφέρει. Ο Καίσαρας που διατάζει τους υπηκόους του να γελάσουν, που αποφασίζει πως αύριο θα πέσει λοιμός στη Ρώμη, που τρέμει τις συνωμοσίες εις βάρος του και εξολοθρεύει σιγά - σιγά το σώμα των Πατρικίων. Τα αναστατωμένα μαλλιά στο μέτωπο και οι σκληρές εκφράσεις στο πρόσωπο του Γιάννη Στάνκογλου ολοκληρώνουν το πορτρέτο του Καλιγούλα, ο οποίος καταλήγει: «Η ελευθερία κερδίζεται πάντα εις βάρος κάποιου άλλου· ενοχλητικό, αλλά έτσι είναι».


«Ο Καλιγούλας μοιάζει σαν να σκορπίζει σοφίες μέσα από ψιθύρους» εξηγεί, μετά το πέρασμα της δεύτερης πράξης, ο Γιάννης Στάνκογλου. Στην προσέγγιση του Αλμπέρ Καμύ – που στην περίπτωση του «Καλιγούλα» υπογράφει ένα από τα τρία θεατρικά του έργα – ο Ρωμαίος αυτοκράτορας δεν εξαντλείται στα στερεότυπα περί ψυχοπάθειας αλλά αναδεικνύει έναν αντι-ήρωα, «έναν Ιησού από την ανάποδη» όπως τον χαρακτηρίζει ο ερμηνευτής του. «O Καμύ ξεκινάει με την εικασία, τι θα συνέβαινε όταν ένας χαρακτήρας που αντιλαμβάνεται το παράλογο και τη ματαιότητα της ύπαρξης τυγχάνει να είναι αυτοκράτορας. Τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά. Ο Καλιγούλας χρησιμοποιεί την εξουσία του για να εξηγήσει στους ανθρώπους γύρω του ότι η ζωή δεν έχει νόημα και ότι ο θάνατος είναι η μόνη βεβαιότητα και δεν υπάρχει τίποτα και κανένας για να τον σταματήσει. Αυτό τον οδηγεί σε μια σειρά από δολοφονίες κι εκτελέσεις, σε πράξεις ασέβειας και ύβρεως προς τους Θεούς, καταπατώντας κάθε ανθρώπινη αξία» εξηγεί η σκηνοθέτις της παράστασης, Αλίκη Δανέζη Κνούτσεν.


Υπακούοντας στο κορυφαίο κείμενο του Καμύ και κρατώντας σαφείς αποστάσεις από την ευκολία που επιβάλλει η ανάγνωση του «τρελού αυτοκράτορα», η σκηνοθέτις αναγνωρίζει στο πρόσωπο του έναν ήρωα «που στην ουσία θυσιάζεται· δεν έρχεται με μίσος και κακεντρέχεια αλλά με μεγάλο πάθος να μοιραστεί την καινούρια γνώση που έχει κατακτήσει σχετικά με τη ζωή και το θάνατο».

«Γνωρίζω το πάθος μου για ζωή κι όμως η φύση δεν μπορεί να μου το ικανοποιήσει» κραυγάζει αποκαμωμένος ο Καλιγούλας από σκηνής, επιβεβαιώνοντας την. Στην προσπάθεια του να τον ερμηνεύσει και να του δώσει μορφή, ο Γιάννης Στάνκογλου αντλεί από φιγούρες ταυτισμένες με την καλλιτεχνική πρωτοπορία. «Το πρώτο πρόσωπο που έφερα μπροστά μου ήταν, δεν ξέρω γιατί, ο Κλάους Κίνσκι. Τελικά απέδωσα πολλά χαρακτηριστικά που έχω συναντήσει στη σκηνική συμπεριφορά του David Bowie και του Iggy Pop. Αλλά επειδή ο Καλιγούλας φέρει στοιχεία μιας βαθιάς αθωότητας, βρήκα ότι η υπαρξιακή του περιπέτεια έχει κάτι από τον Μικρό Πρίγκιπα».

«Όποιος τελειώνει παίρνει την θέση του ξανά στο βάθος» λέει- σε ένα mix ελληνικών και αγγλικών - στον 12μελή θίασο, η Κνούτσεν. Ο θίασος με εξαίρεση τη Θεοδώρα Τζήμου, αποτελείται μόνον από άνδρες - Ιερώνυμος Καλετσάνος, Μιχάλης Afolayan, Δημήτρης Κίτσος/Κώστας Νικούλι, Αριστοτέλης Αποσκίτης, Χάρης Εμμανουήλ, Δημήτρης Λιόλιος, Γιώργος Νάκος, Στράτος Σωπύλης, Κώστας Λάσκος. Ενας ρυθμικός, νευρικός χορός την αποσπά από την υπόλοιπη ομάδα, καθώς υποδύεται τη Σεζώνια, ένα τραγικό πρόσωπο στο πλευρό του Καλιγούλα. «Είναι η γυναίκα που αναγνωρίζει πως ο αυτοκράτορας υποφέρει από εσωτερικά διλήμματα, που δεν μπορούν να αντιληφθούν οι υπόλοιποι» εξηγεί η Θεοδώρα Τζήμου. «Μέχρι την τελευταία της πνοή προσπαθεί να πείσει τον Καλιγούλα για το πόσο γλυκό είναι να ζει κανείς με κινητήρια δύναμη την αγάπη. Η απόλυτη πίστη της, η απόλυτη αφοσίωσή της στον Καλιγούλα την χρίζει συνεργό στον παράλογο κόσμο του, αλλά παράλληλα την καθιστά και μάρτυρα της αγάπης της».

Το ανολοκλήρωτο, για την ώρα, σκηνικό (με την υπογραφή του Πάρη Μέξη) όπου κυριαρχεί ένα πυκνό χαλί από κισσούς και οθόνες καταγραφής της σκηνικής δράσης συνθέτει ένα χώρο αφαιρετικό όσο και επικίνδυνο, σύμφωνα με την Κνούστεν· μια ανθρώπινη κατασκευή που επιβάλλεται πάνω στη φύση και τον φυσικό κόσμο, μια κατασκευή που μας δίνει την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Γιατί, «ο Καμύ κάποια στιγμή λέει, ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που αρνείται αυτό που είναι».

Η σκηνοθέτις επέλεξε να μην μετακινήσει το έργο χρονικά από το πλαίσιο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, φροντίζοντας ωστόσο να μεταδίδει μιας ατμόσφαιρα αχρονίας και διαχρονίας μαζί, εκτιμώντας πως «οι ίδιες οι έννοιες παραμένουν αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου, τα ερωτήματα για την ύπαρξη παραμένουν και θα παραμένουν αναπάντητα στο πέρασμα του χρόνου».

Τώρα πια, το soundtrack της παράστασης έχει “σκοτεινιάσει”. Ο live ήχος από το μπάσο του Blaine Reininger των Tuxedomoon - της εμβληματικής μπάντας του Νεοϋρκέζικου post punk - είναι ψυχεδελικός, ποτισμένος από μια υπαρξιακή θλίψη και δυναμική, θέλοντας να φωτίσει και να παρακολουθήσει τις διαρκείς μεταπτώσεις του Καλιγούλα. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τον καταραμένο αυτοκράτορα «η μουσική είναι σίγουρη για τον εαυτό της» λέει η Αλίκη Δανέζη Κνούτσεν «όπως και ο Καμύ ήταν σίγουρος για το έργο που συνέθετε».

Ο «Καλιγούλας» του Αλμπέρ Καμύ κάνει πρεμιέρα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου. Σκηνοθετεί η Αλίκη Δανέζη Κνούτσεν. Παίζουν οι Γιάννης Τσάνκογλου, Θεοδώρα Τζήμου,Ιερώνυμος Καλετσάνος, Μιχάλης Afolayan, Δημήτρης Κίτσος/Κώστας Νικούλι, Αριστοτέλης Αποσκίτης, Χάρης Εμμανουήλ, Δημήτρης Λιόλιος, Γιώργος Νάκος, Στράτος Σωπύλης, Κώστας Λάσκος. 

ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Η ιστοσελίδα χρηματοδοτήθηκε από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά Created by Gravity