Δον Κιχώτη | andro.gr

O Άρης Σερβετάλης ετοιμάζεται να ερμηνεύσει τον Δον Κιχώτη και συγκεκριμένα την κατάβαση στη Σπηλιά του Μοντεσίνου όπως αυτή περιγράφεται από τον Θερβάντες στο Βιβλίο 2ο, κεφ. 23ο .

Ένα από τα πρώτα πράγματα που του είπα όταν τον συνάντησα ήταν ότι θεωρώ ότι είναι τους πιο αναμενόμενους ρόλους κι ότι ήταν θέμα χρόνου πότε θα τον έπαιζε. Παραξενεύτηκε, παρολ’ αυτά αμέσως μετά άρχισε να κάνει τη σύνδεση με τα έργα που έχει ανεβάσει με τη σύντροφο του, την εικαστικό Έφη Μπίρμπα να σκηνοθετεί και τη θεατρική τους εταιρία Rēs Ratio Network τα τελευταία χρόνια.

Είναι ιδιότυπη περίπτωση ο ιδιαίτερα αγαπητός και δημοφιλής ηθοποιός, καθώς έγινε γνωστός από μια τηλεοπτική κωμική σειρά για να μεταπηδήσει στις παραστάσεις του Δημήτρη Παπαϊωάννου αλλά και άλλων σκηνοθετών, όπως του Γιάννη Κακλέα και Νίκου Καραθάνου. Εξακολουθεί να φέρει μια γνήσια κωμική πλευρά την οποία προσπαθεί -μάταια- να κρύψει για χάρη σπουδαίων κλασικών και όχι μόνο, κειμένων και ρόλων.

Βρεθήκαμε την επομένη της λήξης της παράστασης «Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου» – εμπνευσμένη από το μπεκετικό σύμπαν σε σκηνοθεσία Δημήτρη Κουρτάκη, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Μια εξαντλητική παράσταση για έναν ηθοποιό όπου η σωματικότητα -στοιχείο γνώριμο για εκείνον- ήταν καθοριστικής σημασίας.

«Η θεατρική κοινότητα της Αθήνας δεν έχει κάτι να ζηλέψει από το εξωτερικό – σε επίπεδο καλλιτεχνικού αποτελέσματος τουλάχιστον, όχι παραγωγής». – Πώς ήταν η εμπειρία στην Νέα Υόρκη με τους Όρνιθες του Καραθάνου;

Στην αρχή, τις πρώτες 3-4 μέρες, ήταν όλα εντυπωσιακά. Αλλά μετά ξεφούσκωσε, ειδικά όταν κυκλοφόρησα στο Μανχάταν, δεν μπορούσα με έπιανε κάτι. Είχε τρομερό κόσμο, κι εκεί συνειδητοποίησα όλον αυτό το φοβερό ανταγωνισμό που υπάρχει, η μαζική κουλτούρα, η διαφήμιση, πώς πρέπει να υπερισχύεις για να έχεις απήχηση. Αντιλαμβάνεσαι τον όγκο της αγοράς, ένα μέγεθος στημένο στην κατανάλωση, προφανώς αφού απευθύνεται σε εκατομμύρια κόσμου. –

Πώς ήταν να παίζεις μπροστά στο αμερικανικό κοινό;

Αισθανόμουν ότι υπήρχε επαφή και επικοινωνία μέσα από μία σωματικότητα. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτό κι έτσι το έβλεπα από αυτή την οπτική. –

Είδες κάτι είτε θετικό είτε αρνητικό που δεν το βλέπεις στην Αθήνα;

Δεν ξέρω αν συνέβη αυτό επειδή δεν περίμεναν να δουν κάτι τέτοιο, αλλά ήταν ανοικτοί απέναντι μας και γι’ αυτό το αγκάλιασαν. Όμως και το θεατρικό κοινό της Αθήνας έχει καλλιεργηθεί πολύ με το φεστιβάλ και γενικότερα νομίζω ότι είναι επίσης ανοικτό. Έτσι κι αλλιώς πιστεύω ότι η καλλιτεχνική θεατρική κοινότητα της Αθήνας είναι αρκετά αξιόλογη. Δεν έχει κάτι να ζηλέψει – σε επίπεδο καλλιτεχνικού αποτελέσματος τουλάχιστον, όχι παραγωγής. –

Πώς νιώθεις όταν συμμετέχεις σε μεγάλες παραγωγές με μεγάλη διανομή;

Νιώθω ότι είναι πιο ξεκούραστο όταν είμαι σε τέτοιες δουλειές. Στις μεγάλες παραγωγές δεν υπάρχει ο χρόνος να ενταχθεί κάθε ερμηνευτής με τον ίδιο τρόπο. Από την άποψη ότι υπάρχει πολύς κόσμος για να ενταχθείς μέσα στην ομάδα. Από κει και πέρα σαφέστατα αφού έχεις πολύ λιγότερο χρόνο να προσαρμοστείς και να δουλέψεις, παίρνεις περισσότερο χρόνο με τον εαυτό σου ώστε να συνδεθείς με το υλικό σου. Γι’ αυτό λέω ότι μου φαίνεται πιο ξεκούραστο. Αντίθετα σε παραστάσεις που κάνουμε με την Έφη ή με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου είναι αλλιώς. Μπορεί οι παραστάσεις του Καραθάνου ή του Κακλέα να είναι μεγάλων μεγεθών αλλά σε επίπεδο τοποθέτησης αισθάνομαι ότι είναι λιγότερο κοπιαστικοί από άλλες παραγωγές. Γιατί σε άλλες παραγωγές είσαι ενταγμένος με έναν διαφορετικό τρόπο. – Είναι και θέμα χρόνου. Βέβαια! Όταν μια τέτοιου είδους παραγωγή χρειάζεται δύο μήνες και έχει 20 άτομα θίασο, δεν είναι το ίδιο με μια μικρότερη παραγωγή. Κάνουμε τώρα με την Έφη τέσσερις μήνες πρόβα και είμαστε επτά άτομα. Ή με τον Μπέκετ κάναμε πρόβες δυόμιση μήνες με τον Κουρτάκη και ήμουν ένα άτομο. Είναι διαφορετική προσέγγιση. – Με τον Κουρτάκη μοιάζει να δουλέψατε βήμα βήμα μαζί. Οι δράσεις βγήκαν από ώρες αυτοσχεδιασμού – εργασία μέσα στο κτίσμα. Η σύνδεση μου άλλωστε με τα κείμενα του Μπέκετ είναι έντονη, μου αρέσουν πολύ. Είχε μια πολλή ισχυρή ιδέα ο Κουρτάκης τόσο μέσα από τη σκηνογραφία όσο και μέσα από το κόνσεπτ της δραματουργίας. Αυτή η ιδέα με το κτίσμα διέθετε έναν πολύ ισχυρό πυρήνα. Διαβάστε ακόμα: Νίκος Διαμαντής – «Για να καινοτομήσεις χρειάζεται να πάρεις ρίσκα» – Στον Κουρτάκη συνέβαλες κι εσύ αναμφίβολα.

Έμοιαζες σαν να ήσουν ένα έντομο παγιδευμένο μέσα σε έναν καρπό, έναν νεκρό οργανισμό. Για μένα είχε ενδιαφέρον αυτό, ήταν σαν να ήταν κάποιος έγκλειστος μέσα σε ένα κουκούλι. Όπως το είπες, ένα έντομο, έτσι ακριβώς. Ένα περίβλημα μέσα στο οποίο κάποιος περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, σκάβοντας μέσα του και παρουσιάζοντας τον εσωτερικό μηχανισμό της σκέψης του. Με το αδιέξοδο του να ξαναθυμηθεί από εκεί που ξεκίνησε την πορεία του, να βρει τα αποτυπώματα του. –

Τι συμβαίνει αν έχεις ενστάσεις με έναν σκηνοθέτη;

Τίποτα. Αν μου επιτραπεί και υπάρχει μια διαλλακτικότητα λέω την άποψη μου, αλλά τα όρια μου είναι έως εκεί, είμαι ερμηνευτής. Επομένως άλλος έχει την ευθύνη του όλου εγχειρήματος που είναι ο σκηνοθέτης. – Τώρα ετοιμάζεσαι να ερμηνεύσεις σε έναν από τους πιο αναμενόμενους ρόλους της μέχρι τώρα πορείας σου. Εννοώ ότι θα ήταν αδύνατον να μην κάνεις μια μέρα τον Δον Κιχώτη. Το σκεφτόσουν καιρό; Όχι, ποτέ. Δεν σκέφτομαι συνήθως την επόμενη κίνηση. Μετά τον Ριχάρδο ήρθαν έτσι τα πράγματα και εμφανίστηκε μπροστά μας το έργο αυτό. Διαβάζοντάς το συνειδητοποιήσαμε με την Έφη ότι κλείνει ένας κύκλο: το Άτιτλο, την πρώτη δουλειά που κάναμε μαζί, τον Σωσία, τα Χέρια και τον Ριχάρδο ΙΙ. Περικλείει όλη τη θεματική και το πεδίο της έρευνας, των εργασιών που κάναμε γι’ αυτά τα έργα. Έχει όλη τη γκάμα. «Η γραφή του Θερβάντες είναι ταπεινή. Έχει καταφέρει να κάνει ένα μεγαλειώδες έργο με πολύ απλή γλώσσα». –

Τι περιέχει αυτή η γκάμα;

Το Άτιτλο ήταν μια περιοχή του Μπέκετ εσωτερικής διεργασίας που υπάρχει έτσι κι αλλιώς στον Δον Κιχώτη. Πρόκειται για έναν αναχωρητή που αυτοεξορίζεται, φεύγει για να περιπλανηθεί και μπαίνει σε μια διαδικασία επίσης εσωτερικού μηχανισμού, που βέβαια ο συγκεκριμένος ήρωας τον εξωτερικεύει κιόλας. Μέσα από τις αναμετρήσεις θέτει τον εαυτό του ανά πάσα στιγμή μέτοχο κάποιων αναμετρήσεων. Ο Σωσίας μέσα από τον Γκολιάτκιν ήταν μια εξομολογητική διαδικασία, που επίσης εμπεριέχεται μέσα στον Δον Κιχώτη. Θεωρώ ότι ο Ντοστογιέφσκι έχει πάρει πολλά πράγματα από το έργο του Θερβάντες. Το δίδυμο του Σάντσο και του Δον Κιχώτη είναι σαν να είναι το ίδιο πρόσωπο, με αποτέλεσμα αυτό το διπολικό που έκανε ο Ντοστογιέφσκι με τον Σωσία είναι μια παρόμοια σχέση. Τα Χέρια του Ευθύμη Φιλίππου ήταν μια ωδή στον θάνατο και στον θρήνο. Τέλος στον Ριχάρδο Β’ μέσα από όλα τα πάθη που τραβάει έχει μια αντιστοιχία με τον Δον Κιχώτη καθώς σε όλη αυτή την πορεία που αυτοεξορίζεται, βλέπει τον εαυτό του να γίνεται έρμαιο των άλλων, του κάνουν φάρσες, του στήνουν παιχνίδια. Μπαίνει με τέτοια αθωότητα και γενναιότητα σε όλες τις αναμετρήσεις, που είναι μία διαδρομή παθών και αυτή μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι και να έρθει αντιμέτωπος με το θάνατο. –

Ο Δον Κιχώτης πρέπει να σε αγγίζει και ως ένα χριστιανικό σύμβολο ταπεινότητας, αλτρουισμού, διαθέτει μεγαλείο ψυχής και ιδανικά. Είναι από τους πιο θεολογικούς ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το εντυπωσιακό είναι ότι και η γραφή του Θερβάντες είναι ταπεινή. Έχει καταφέρει να κάνει ένα μεγαλειώδες έργο με πολύ απλή γλώσσα. – Ένα έργο που απαξιώθηκε στην εποχή του αλλά μέσα στους αιώνες αποτελεί μα συλλογική εξιλέωση απέναντι στην αλαζονεία και την απληστία. Για μένα αυτό που παρουσιάζει και η δραματουργική επεξεργασία της παράστασης, και η ματιά της Έφης πάνω στην εργασία που κάνουμε, έχει να κάνει με το παιχνίδι. Ο Δον Κιχώτης είναι ο κατεξοχήν άνθρωπος που παίζει. Μπαίνει με μεγάλη πίστη σε οποιοδήποτε παιχνίδι -αναμέτρηση- περιπέτεια. Φεύγει και παίρνει μαζί του τον ιπποκόμο του τον Σάντσο για να είναι μάρτυρας των αναμετρήσεων που θα υποστεί. Είναι φοβερό που θέλει έναν μάρτυρα γι’ αυτό. Όπως επίσης η αθωότητα με την οποία μπαίνει και πως οι υπόλοιποι τον κοροϊδεύουν. Δεν απέχει από έναν σαλό αφού ο ίδιος συνειδητοποιημένα θέτει τον εαυτό του στο περιθώριο ώστε να υποστεί βάσανα, ταλαιπωρίες, κακουχίες και ταπεινώσεις. Δεν απέχει πολύ από αυτό η πορεία του Δον Κιχώτη. Συνειδητά μπαίνει σε αυτή τη δοκιμασία. «Όπου βλέπω παιδί και βλέπω πώς συμπεριφέρεται, βλέπω έναν Δον Κιχώτη. Τα παιδιά είναι περιπλανώμενοι ιππότες. Όταν μεγαλώνουμε είναι που χάνουμε τον δονκιχωτισμό μας». –

Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο κεφάλαιο;

Η Έφη αναγνώρισε σε αυτό το κεφάλαιο στη σπηλιά του Μοντεσινίου ότι ο Δον Κιχώτης μπαίνει σε μια διαδικασία με την οποία έρχεται πιο κοντά στον εαυτό του, κάνει μια κατάδυση. Αυτή η κατάδυση στη σπηλιά του Μοντεσινίου στην πορεία του έργου και στη διαδρομή του ήρωα είναι μια αντίστοιχη κατάδυση στον εαυτό. Άλλοι λένε, όπως ο Σάντσο, ότι μπήκε για 30 λεπτά κι εκείνος λέει ότι μπήκε 3 μερόνυχτα. Ουσιαστικά ήρθε σε επαφή με το είδωλο του. Με αφορμή αυτό ανοίγουμε την εργασία μας στο συγκεκριμένο έργο που είναι σαν ένα όνειρο. Η Έφη έχει στήσει ένα πάρκο αναμετρήσεων που ουσιαστικά η κατάδυση αυτή δημιουργεί τη συνθήκη για να αναμετρηθεί με τον εαυτό του και όλοι να αναμετρηθούν με τα υλικά τους. Είναι όλη η διαδικασία του παιχνιδιού, αυτή που ορίζει και την όλη διάθεση του ήρωα. Είμαστε 7 και ο λόγος του Θερβάντες ακούγεται από την γερμανίδα περφόρμερ Effi Rabsilber. Θα ακούγεται και θα διαβάζεται από υπέρτιτλους. Η επίσης περφόρμερ ισπανίδα Gema Galliana, η οποία διαβάζει τον Δον Κιχώτη από το δημοτικό, επανατοποθετήθηκε απέναντι του και το είδε από την πλευρά ενός παιχνιδιού. Δεν το είχε δει μέχρι τώρα και ήταν αποκαλυπτικό να το δει από αυτή την πλευρά. –

Το ανάγεις σε κάτι σε σχέση με την εποχή μας;

Αυτές είναι πολύ προσωπικές στιγμές πως ο καθένας μεταφράζει τα ερεθίσματα που του δίνονται. Εμένα η δική μου σχέση με το έργο και με την παράσταση που κάνουμε, είναι το πεδίο των αναμετρήσεων. Πώς τοποθετούμε εγώ μπροστά σε μία πρόκληση, είτε λέγεται παιχνίδι αυτό είτε σκηνική δράση είτε ένας άνθρωπος που βρίσκεται μπροστά μου. Και πώς αυτή η αναμέτρηση, αυτός ο αγώνας να αναμετρηθείς με το αντικείμενο ή με τον άνθρωπο είναι πολύ ιερό πράγμα, και εποικοδομητικό. «Για μένα ο Δον Κιχώτης είναι μια εμβληματική φιγούρα. Δεν είναι άνθρωπος αλλά μια νοοτροπία ζωής όλο αυτό». –

Νιώθεις δέος απέναντι στο χαρακτήρα αυτόν;

Όχι δέος αλλά όταν το διάβαζα ένιωσα μια συγκίνηση επειδή ο Θερβάντες έχει περάσει πάρα πολλά στη ζωή του. Ένα από αυτά είναι ότι έχασε το αριστερό του χέρι στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Υπάρχει ένα άγαλμα του στην Ναύπακτο που είναι περίκλειστο. Έχει περάσει κακουχίες, φυλακές, εξορίες, έπαιρνε μέρος σε μάχες, κι άρχισε να γράφει μέσα στη φυλακή για κάποιον κλεισμένο μέσα σε ένα δωμάτιο φανατικό αναγνώστη ιπποτικών περιπετειών που αποφάσισε να φύγει για να γίνει πλανόδιος ιππότης που υπερασπίζεται τους αθώους και τους αδικημένους. Και περνάει τα πάνδεινα. Για μένα είναι μια εμβληματική φιγούρα. Δεν είναι άνθρωπος αλλά μια νοοτροπία ζωής όλο αυτό. Με έλκει αυτή η αντιμετώπιση των πραγμάτων. –

Έχεις νιώσει Δον Κιχώτης στη ζωή σου;

Ήμασταν όλοι όταν ήμασταν παιδιά, αυτό είναι σίγουρο. Όπου βλέπω παιδί και βλέπω πώς συμπεριφέρεται, βλέπω έναν Δον Κιχώτη. Τα παιδιά είναι περιπλανώμενοι ιππότες.

Όταν μεγαλώνουμε είναι που χάνουμε τον δονκιχωτισμό μας.  

Δον Κιχώτης, Βιβλίο 2ο, κεφ. 23ο Πότε: 28 Ιουνίου – 4 Ιουλίου 2018 Που: Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (Λεωφ. Ηρ. Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς, τηλ.: 210 4143 310) Σκηνοθεσία-δραματουργία-σκηνογραφία-κοστούμια: Έφη Μπίρμπα Καλλιτεχνική συνεργάτις-σύμβλουλος δραματουργίας-επιμέλεια κειμένων: Μιχαήλα Πλιαπλιά Κείμενα: Μιχαήλα Πλιαπλιά, Effi Rabsilber, Έφη Μπίρμπα Ερμηνευτές: Άρης Σερβετάλης, Αχιλλέας Χαρίσκος, Ιωάννα Τουμπακάρη, Effi Rabsilber, Διογένης Σκαλτσάς, Gema Galiana, Κυριάκος Σαλής     Διαβάστε ακόμα: Γιώργος Καραμίχος – «Στην Αμερική κανείς δεν ξέρει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είναι από την Ελλάδα»  

Πηγή : Andro.gr [ http://www.andro.gr/empneusi/aris-servetalis-don-quixote/ ]

  • 35349757_10213869353981051_3472295129681756160_n

FOLLOW US

Youtube
Gravity custom web